ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΚΑΣΤΡΟ
Η Ακρόπολη των Σερβίων κάλυπτε περίπου 2,5 στρέμματα. Αποτελούσε μέρος της μεγάλης Βυζαντινής Καστροπολιτείας, χτισμένης μεταξύ 560 και 650 μ.Χ. ανάμεσα στα Πιέρια και τα Καμβούνια Όρη.
ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΚΑΣΤΡΟ
Τα μνημεία των Σερβίων, μολονότι δεν θεωρούνται από αρχιτεκτονικής και ζωγραφικής απόψεως έργα μεγάλης τέχνης, ωστόσο αποτελούν ένα αξιόλογο και καλαίσθητο σύνολο τέχνης με χαρακτήρα περισσότερο λαϊκό, και προσφέρουν μια αρκετά σαφή εικόνα μιας μικρής βυζαντινής οχυρωματικής πόλης με στρατιωτικό χαρακτήρα λόγω της στρατηγικής της θέσης.
Οι βυζαντινές οχυρώσεις ακολούθησαν την παράδοση της ελληνορωμαϊκής οχυρωματικής τεχνικής, εξυπηρετώντας τους βασικούς στόχους της αμυντικής πολιτικής της βυζαντινής αυτοκρατορίας, με τα κάστρα να αποτελούν μέρος του γενικού συστήματος άμυνας. Προκειμένου να καταστεί δυνατή η ίδρυση ενός κάστρου έπρεπε να πληρούνται τέσσερις βασικές προϋποθέσεις:
• Να έχει γίνει έλεγχος του χώρου ώστε να είναι απροσπέλαστος στους εχθρούς.
• Να έχει εξασφαλιστεί η ύπαρξη επαρκούς ποσότητας πόσιμο νερού τόσο για την πόλη όσο και για όσους θα κατέφευγαν σε αυτήν.
• Να έχει γίνει έλεγχος ύπαρξης δομικών υλικών (ντόπιο λατομείο) καθώς και ξυλείας (γειτονικό δάσος) στην κοντινή περιοχή.
• Να είναι εύφορη περιοχή ή να υπάρχει κοντά καλλιεργήσιμη γη.
Τα Σέρβια είναι ένας φυσικός και «τυπικός οχυρωμένος βυζαντινός οικισμός» με το μικρό κάστρο του να αξιοποιείται για τον έλεγχο της υπαίθρου και την προστασία του αγροτικού και κτηνοτροφικού πληθυσμού, εξασφαλίζοντας μια πλούσια ενδοχώρα και ταυτόχρονα την έδρα της κεντρικής εξουσίας και των βασικών λειτουργιών. Λόγω της φυσικής οχύρωσης το Κάστρο των Σερβίων, κρίκος της αμυντικής αλυσίδας της βυζαντινής αυτοκρατορίας, προσιτό μόνο από το βόρειο μέρος καθώς οι άλλες τρεις πλευρές του προστατεύονται από βαθιές χαράδρες (φαράγγια), δεν έχει τάφρο και προτείχισμα, τα οποία συναντώνται στην οχύρωση της Κωνσταντινούπολης, αλλά χαρακτηρίζεται από την παράθεση τριπλού τείχους που διαιρεί την πόλη σε τρία μέρη: την κάτω πόλη, την άνω πόλη και την ακρόπολη. Μάλιστα, από μακριά φαινόταν σαν να υπήρχαν τρεις πόλεις, η μια πάνω στην άλλη και η εσωτερική διαίρεση της πόλης με οχυρωματικό τείχος, το οποίο κατά διαστήματα έφερε και πύργους, ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον καθημερινό βίο των κατοίκων του. Αυτές οι τρεις οχυρωματικές ζώνες επέτρεπαν την αντίταξη της άμυνας σε τρία διαφορετικά τμήματα και είναι εφάμιλλες των οχυρώσεων της Θεσσαλονίκης και του Μυστρά, ενώ συχνά το κάστρο των Σερβίων αποκαλείται ως «Μυστράς της Μακεδονίας»:
• την κάτω πόλη, όπου ζούσαν οι αγρότες και οι εργάτες, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού,
• την άνω πόλη, όπου διέμενε η μεσαία τάξη, στρατιωτικοί και αξιωματούχοι,
• την ακρόπολη, όπου έμενε ο διοικητής.
Ο οχυρωματικός διαχωρισμός στο εσωτερικό της πόλης εξυπηρετούσε αμυντικούς και στρατηγικούς λόγους, επιτρέποντας στους υπερασπιστές της, σε περίπτωση κατάληψης από τους εχθρούς των κάτω τμημάτων, να καταφύγουν στο ανώτερο τμήμα της πόλης (ακρόπολη). Η κάτω πόλη είχε έκταση περίπου 75 στρεμμάτων, επτά εκκλησίες και αποτέλεσε το πιο πυκνοκατοικημένο τμήμα του κάστρου. Η άνω πόλη, η οποία οριοθετούνταν από το διάμεσο τείχος, είχε έκταση 20 στρεμμάτων και πολυγωνικό σχήμα, ακολουθώντας την κλίση του λόφου, περιλαμβάνοντας ορθογώνιους, κυκλικούς και ημικυκλικούς πύργους, οι οποίοι ξεπερνούσαν τα 18μ. σε ύψος. Η ακρόπολη κάλυπτε 2,5 στρέμματα, με τον πολυγωνικού σχήματος περίβολό της να οχυρώνεται στα ανατολικά από απότομο γκρεμό και στα δυτικά – προς την πλευρά της πόλης – από δυο τετράπλευρους πύργους που υπεράσπιζαν την είσοδο της ακρόπολης, αποτελώντας ταυτόχρονα την έδρα του στρατιωτικού διοικητή της πόλης και το «έσχατο αμυντήριο» του κάστρου: α) ο πύργος I (δυτικά) είχε ύψος 18μ. και τρεις ορόφους με ξύλινα πατώματα και β) ο πύργος II (βόρεια), σωζόμενος κατά το ήμισυ, στην εξωτερική όψη των οποίων ανοίγονταν δυο επάλληλα μικρά παράθυρα και ένα παράθυρο στις πλάγιες πλευρές ενώ οι προσόψεις τους παρουσίαζαν επιμέλεια κατασκευής (πλίνθοι παρεμβάλλονται ανάμεσα στους ακανόνιστους λίθους, ενώ υπάρχει και υποτυπώδης διακόσμηση με κεράμους), γ) ο πύργος III (νότια), συμπαγής , με κυκλική βάση και στο υπόλοιπο τμήμα του πενταγωνικός, που πιθανόν να οφείλεται σε ανακαινίσεις και δ) ο πύργος IV, ο οποίος είχε τριγωνικό σχήμα. Όλοι οι πύργοι ήταν τριώροφοι: στον πρώτο όροφο υπήρχαν οι αποθήκες με αναγκαία είδη, ζωοτροφές και πολεμοφόδια, στον δεύτερο όροφο ήταν οι ξενώνες των στρατιωτών και στον τρίτο όροφο τοποθετούνταν πολιορκητικές μηχανές (καταπέλτης, βαλλίστρα) καθώς και οι τραυματίες σε καιρό πολέμου. Η ακρόπολη, στην οποία υπήρχαν αποθήκες και στάβλοι επίσης, λόγω της αμυντικής και οχυρής θέσης της χρησιμοποιήθηκε μέχρι και τον 20ο αιώνα, και ειδικότερα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Τον 11ο αιώνα (1018) ο Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος (958-1025) γκρέμισε τα «τρία τείχη άμυνας», εγκαινιάζοντας μια νέα πολεμική τακτική που βασιζόταν στους ελεύθερους στρατιωτικούς ελιγμούς, επειδή οι Βούλγαροι τα χρησιμοποιούσαν ως «θύλακα» και προπύργιο κατάβασης μέχρι και την Πελοπόννησο, και αφού κατάφερε να τους εξοντώσει τα ξαναέκτισε. Το 1204 το κάστρο καταλήφθηκε από τους Φράγκους, το 1216 πέρασε στην κατοχή του δεσπότη της Ηπείρου Θεόδωρο Δούκα, το 1230 καταλήφθηκε από τον Μιχαήλ Β΄Δούκα, το 1257 περιήλθε στην κατοχή του Θεόδωρου Β΄Λάσκαρη, το 1341 καταλήφθηκε από τον Στέφανο Δουσάν και το 1393 από τον Σουλτάνο Βαγιαζήτ Α΄. Την περίοδο της τουρκοκρατίας η βυζαντινή ακρόπολη δεν κατοικούνταν, σε αντίθεση με την κάτω πόλη και την περιοχή έξω από τα τείχη, τα οποία ήταν πυκνοκατοικημένα. Το 1745 η έδρα της επισκοπής μεταφέρθηκε στην Κοζάνη ενώ οι χριστιανικοί ναοί επισκευάστηκαν ή επανατοιχογραφήθηκαν, χωρίς πρωτύτερα να έχουν μετατραπεί σε τζαμιά. Σήμερα σώζονται αρκετά τμήματα της βυζαντινής καστροπολιτείας όπως οι Πύργοι – με μεγάλες φθορές – οι οποίοι ξεπερνούσαν τα 20 μέτρα ύψος, διάσπαρτα τείχη, τμήμα της κεντρικής υψηλής πύλης, βυζαντινές εκκλησίες, βάσεις κατοικιών, κρήνες, τμήματα συστημάτων ύδρευσης και τμήμα της ακρόπολης.